Athens Marathon. The Authentic – 11 November 2018

 

 

 

 

 

Tagged with:

Η καταδίωξη της αριστείας, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης και οι ανατροπές(;) της ζωής

Δημοσιεύθηκε στο emea.gr, 30.10.2018

Image result for ctrl alt del

 

Μερικές φορές η ζωή φέρνει ανατροπές σε ό,τι θεωρούσες βέβαιο. Αυτό σκεφτόμουν καθώς έβλεπα αυτό το video του World Economic Forum (αν δεν παίζει το video, ορίστε και το σχετικό κείμενο).

 

Όχι βαθμοί, επομένως. Όχι διαγωνίσματα. Όχι ανταγωνισμοί στις σχολικές αίθουσες. Όχι πίεση, παρά μόνο ενθάρρυνση για συμμετοχή, για διαρκή προσπάθεια και αυτοβελτίωση. Πάνω δηλαδή που νόμιζα ότι οι υπουργοί παιδείας της κυβέρνησης, με την ανελέητη καταδίωξη της αριστείας, ήταν από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελλάδας σήμερα, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης με αναγκάζει να το ξανασκεφτώ. Μήπως τελικά, εγώ είχα λάθος και εκείνοι δίκιο;

 

Αν κανείς (καταφέρει να) ξεπεράσει ατυχείς δηλώσεις τύπου «η ρετσινιά της αριστείας», θα φτάσει (ίσως) στην ουσία των κυβερνητικών θέσεων: Οι κληρώσεις για σημαιοφόρο, η μείωση ή και εξάλειψη των εξετάσεων, η αναβίωση των αιωνίων φοιτητών, όλα καταδεικνύουν μια πολιτική δημιουργίας ενός μη ανταγωνιστικού περιβάλλοντος στην εκπαίδευση στην Ελλάδα σήμερα. Η, αριστερή, αρχή της ήσσονος προσπάθειας, θα έλεγαν πολλοί. Όμως, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης όπως προβάλλεται από το (μάλλον ελάχιστα αριστερό) World Economic Forum μας αναγκάζει να το ξανασκεφτούμε. Ίσως τελικά τα παιδιά μαθαίνουν καλυτέρα σε συνθήκες συνεργασίας και ήπιου ανταγωνισμού. Έτσι ίσως κατανοήσουν ότι η προσπάθεια πρέπει να είναι διαρκής, και ότι τα αποτελέσματα στις Πανελλαδικές δεν είναι αυτοσκοπός.

 

Έχοντας πει τα παραπάνω, υπάρχει μια λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των υπουργείων παιδείας Ελλάδας και Σιγκαπούρης: Η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης έφτασε στο μη ανταγωνιστικό/συνεργατικό εκπαιδευτικό μοντέλο έχοντας εξαντλήσει, έχοντας «τερματίσει» το ανταγωνιστικό. Είδε τα αδιέξοδα και τους περιορισμούς και κοιτάει πως να τα αντιμετωπίσει καλύτερα. Η δική μας κυβέρνηση το υποστηρίζει από την αρχή, ιδεολογικά και όχι επειδή έχει δοκιμάσει τις εναλλακτικές.

 

Η διαδρομή καθενός έχει μεγαλύτερη σημασία από τον τελικό σταθμό. Κάνει μεγάλη διαφορά αν την Ιθάκη την θεωρήσει το καλύτερο μέρος του κόσμου ο Οδυσσέας ή κάποιος που ποτέ δεν έφυγε από αυτήν. Με άλλα λόγια, αν κάποιος φτάσει σε ένα συμπέρασμα ή υιοθετήσει μια συμπεριφορά επειδή εξάντλησε τις εναλλακτικές και τις έχει αφομοιώσει, η εφαρμογή του θα διαφέρει εντελώς από κάποιον άλλον που ευθύς εξαρχής βρισκόταν εκεί, που ποτέ δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει, να βελτιωθεί, να αλλάξει. Ακόμα πιο απλά, αλλιώς «δεν φοράει γραβάτα» τώρα που δεν απαιτούνται τόσο όποιος για δεκαετίες την θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του, και αλλιώς «δεν φοράει γραβάτα» όποιος έτσι ή αλλιώς είχε στην ντουλάπα του μια μόνο γραβάτα για γάμους και κηδείες.

 

Κάπως έτσι και με το εκπαιδευτικό παράδειγμα της Σιγκαπούρης. Αν με ρωτούσε κανείς, χωρίς να είμαι ειδικός θα έλεγα ότι καλύτερα είναι το περιβάλλον της τάξης να μην είναι ανταγωνιστικό, όπως για παράδειγμα σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Τα παιδιά έχουν χρόνο, η ζωή θα τα αναγκάσει να προσαρμοστούν. Η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει σε κάθε ταλέντο να ανθίσει, και αξίζει τον κόπο κάθε παιδί να πάρει όσο χρόνο χρειάζεται για να ανακαλύψει το δικό του. Και, ναι, τελικά μου αρέσει η ιδέα της κλήρωσης για τη σημαία. Από κει και πέρα όμως, αυτή η χαλαρότητα δεν μπορεί παρά να είναι χτισμένη πάνω σε ένα σύστημα με κανόνες και στόχους για την Ελλάδα που θέλουμε. Αυτή νομίζω άλλωστε είναι η ουσία της εκπαίδευσης: Να καταλάβουν τα παιδιά ότι οι κοινωνίες έχουν κανόνες, κι αφού τους καταλάβουν ν’ αρχίσουν να τους σέβονται.

Tagged with:

The household exemption: Is “personal” processing of “personal data” possible?

LinkedIn article, published on 21 Oct 2018

 

The household exemption dominates Article 2 of the GDPR, the automated/non-automated distinction being by now outdated: The GDPR does not apply whenever processing of personal data is done “by a natural person in the course of a purely personal or household activity”. In the age of digital homes, social networks and the gig economy, one cannot but wonder how can this be: Is there still a clear line between the public and the private?

The household exemption is heritage from the 1995 EU Data Protection Directive that the GDPR replaced. While examining heritage provisions one should always keep in mind when the Directive was written: During the early nineties, when there was, practically, no internet at all – certainly not for the masses, at least.

The idea itself of separating private from public life for the same individual (“personal” as opposed to “public” activities) is peculiar at best. It has not been with us for ever, because Greek and Roman societies were not aware of it. Particularly Greeks frowned upon individuals who chose a private, in the sense of not participating in the city politics, over a public life. Romans did produce a line of philosophy advocating exactly that, however I think that both societies would be baffled to see that our society thinks that any given individual can walk in and out of a “private” and a “public” life at will, many times within a single day.

The distinction between the two, and indeed the idea that a private life was socially acceptable, was mostly later-European. It may have originated from the empowerment of the individual, essentially to read and understand the Bible alone. At any event, before the digital emerged it served mainly to protect celebrities of any type: After all, one should not forget that the famous “right to be let alone” was proclaimed by a celebrity of the time that got infuriated at the unauthorised publication of journalistic reports from a socialite wedding.

The idea itself that a “celebrity” or a “public person” should be allowed a private life is also peculiar. If anybody by choice or birth becomes a public person, how is it possible that for certain hours within his or her day he or she should be out of the public sphere? Even if that idea became somehow acceptable, as it seems to be the case in modern societies, who decides the when and the how much for the creation of this private space? Who is to tell if, and why, kings, politicians, high court judges or clergymen are to be given less such space than footballers or singers?

A long series of court cases over these issues are evidence that they are far from resolved. They deal not only with the law but also with the ethics of each society this problem is applied to. Data protection became an additional legal tool in the kit.

The digital served to democratise this problem. The distinction between personal and public activities now became critical for each one of us.

When exactly are we engaged in “personal” and when in “public” activities? Posting to Facebook should at all times be considered “personal” and posting to LinkedIn “public”? Compiling an address list is “personal” but when we make recommendations on professionals on an online platform, and even get benefits from the platform for it, our processing becomes “public”? Could keeping an online blog ever be considered as purely “personal”? Transmitting usage data from our smart home appliances is to be considered “personal” for all members of our family or even our block of flats?

The GDPR seems to think that a clear line can be drawn, however I think that this is highly questionable. Humans, being social animals, were in fact never intended to have two types of lives, a public and a private one. Expedience and historical developments may have brought forward this idea, which over the centuries became so much embedded in our lives as to consider it a self-evident truth – and to design our laws accordingly. However, the digitisation of billions of human lives will inevitably make the limitations of this approach obvious – and I think that the GDPR has much to lose if it persists on this basic misunderstanding of human life.

 

Tagged with: ,

Η γριά, ο λύκος και η διάσταση έργων και λόγων!

Δημοσιεύθηκε στο startupper.gr, 10 Οκτ 2018

Συγγραφέας: Αίσωπος

Προσαρμογή: Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου

Καλέ μου startupper τις ιστορίες αυτές τις σκέφτηκα παραπάνω από 2500 χρόνια πριν. Όμως, καλώς ή κακώς, ούτε η φύση ούτε οι άνθρωποι αλλάζουν. Νομίζω επομένως ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να σου φανούν χρήσιμες. Απλά λίγη προσαρμογή χρειάζονται στις δικές σου συνθήκες. Εννοείται ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι τυχαία και σίγουρα μη ηθελημένη. Αν όμως οι καταστάσεις που σου αφηγούμαι κάτι σου θυμίζουν, τότε θα έχω πετύχει το στόχο μου.

 

Σήμερα θα σου πω μια ιστορία για να σου μιλήσω όχι για τα αυτονόητα, δηλαδή για τη διάσταση έργων και λόγων, αλλά για κάτι που είναι ακόμα χειρότερο, τη διάψευση των, ανεδαφικών, προσδοκιών μας:

~

 

Ένας λύκος τριγυρνούσε κάποτε  πεινασμένος αναζητώντας τροφή. Μόλις βρέθηκε έξω από ένα σπίτι άκουσε μια γριά ν’ απειλεί ένα παιδί που έκλαιγε, ότι, αν δεν σταματήσει, θα το δώσει στο λύκο να το φάει. Πιστεύοντας ότι η γριά έλεγε αλήθεια, ο λύκος κάθισε απέξω και περίμενε. Όταν βράδιασε πια, και αφού τίποτα τέτοιο δεν γινόταν, ο λύκος έφυγε με παράπονο: «Σε αυτό το σπίτι οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα κάνουν».

 

~

 

Αυτή η ιστορία έχει διπλό νόημα. Το ένα, που φαίνεται, είναι η διάσταση μεταξύ έργων και λόγων. Αυτό είναι εύκολο να το εντοπίσει κανείς γύρω του, οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα κάνουν. Πόσες φορές δεν έχουμε δώσει υποσχέσεις στον εαυτό μας και σε τρίτους, από την «δίαιτα της Δευτέρας» μέχρι το «δεν ξαναμιλάω με αυτόν που με πλήγωσε», μόνο για να τις αθετήσουμε στη συνέχεια με την πρώτη ευκαιρία που θα μας δοθεί. Ακόμα χειρότερα, αρκετοί από εμάς άλλα λένε κι αλλιώς ζουν: η κοινωνία γύρω μας είναι γεμάτη από στελέχη πολυεθνικών που δηλώνουν κομμουνιστές, πλούσιους αστούς που δηλώνουν αριστεροί, δεξιούς που δηλώνουν κρατιστές, καλλιτέχνες με off-shore κα. Τρικυμία εν κρανίω; Μάλλον όχι, η ανθρώπινη φύση, θα έλεγα εγώ. Έτσι είναι ο άνθρωπος, αυτό άλλωστε μας διδάσκει και ο παραπάνω μύθος. Η ζωή μας θα ήταν πολύ βαρετή αν καθένας ήταν έτσι προγραμματισμένος ώστε ό,τι έλεγε να το έκανε, ό,τι αναλάμβανε να το εκτελούσε, και να ενεργούσε μόνο με τη λογική. Αμέσως-αμέσως, δεν θα είχαμε ούτε λογοτεχνία ούτε κινηματογράφο. Αν και το μάθημα αυτό εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να έχει άμεση σχέση με τους startuppers, απλά σημειώνω ότι η μελέτη του ανθρώπου αποτελεί αντικείμενο της επιχειρηματικότητας – αυτό δεν κατάλαβαν οι κομμουνιστές και χάσανε…

 

Το δεύτερο μάθημα της παραπάνω ιστορίας, που δεν φαίνεται με την πρώτη, αφορά την πικρή διάψευση των, ανεδαφικών, προσδοκιών μας. Είχε δίκιο ο λύκος να περιμένει ότι η γριά θα του δώσει το παιδί να το φάει επειδή την ενοχλούσε το κλάμα του; Προφανώς όχι, εκτός αν στεκόταν έξω από το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ. Επομένως ποιος του φταίει για τη χαμένη μέρα του;  Για το άλλο κυνήγι που θα έπιανε, αν δεν πίστευε τις κούφιες υποσχέσεις των ανθρώπων και συνέχιζε την αναζήτησή του; Ποιος του φταίει για το άδειο του στομάχι, όταν πια βραδιάσει και καταλάβει το λάθος του;

 

Στη ζωή, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις με αρκετό hype/υπερβολή, όπως τώρα τα startups, πολλά λέγονται. Μεγάλα σχέδια, μεγάλες υποσχέσεις, μεγάλα λόγια. Οφείλει όμως κανείς να κρατά μικρό καλάθι. Οι συνθήκες για τον επόμενο Zuckerberg ή Jack Ma είναι μοναδικές, και μάλλον πεπερασμένες. Δουλειά των startuppers, όταν «πουλάνε» την ιδέα τους, είναι να υπερβάλλουν. Το ίδιο και οι angel investors ή τα funds ή οι επαγγελματίες του χώρου, όταν «πουλάνε» την συνεισφορά τους. Όμως, όλοι πρέπει μεταξύ μας να είμαστε συνεννοημένοι ότι όλα αυτά έχουν μεγάλη δόση υπερβολής, να γνωρίζουμε, όπως με τους Αλεξανδρινούς Βασιλείς, τι «κούφια λόγια» είναι αυτά. Αν δεν το γνωρίζουμε, και ποντάρουμε όλη μας την ενέργεια και το χρόνο περιμένοντας πότε η γριά θα μας δώσει το παιδί να το φάμε, τότε κανείς δεν θα μας φταίει για την κακή μας τύχη.

 

 

 

Tagged with:

Δεν σου φταίει (μόνο) το Δημόσιο!

Δημοσιεύθηκε στο  emea.gr, 2 Οκτ 2018

Image result for ctrl alt del

Έχω βαρεθεί ν’ ακούω παράπονα για το ελληνικό Δημόσιο, ότι δεν δουλεύουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, ότι δεν εξυπηρετούν, ότι είναι ανοργάνωτοι, ότι το σύστημα δεν λειτουργεί, γενικά ότι το Δημόσιο είναι υπεύθυνο για όλα τα δεινά της χώρας. Ωραία, ίσως αυτό να είναι αλήθεια, μήπως όμως ο ιδιωτικός μας τομέας λειτουργεί πολύ καλύτερα; Υπάρχει δηλαδή έστω και ένας Έλληνας που να δηλώνει ενθουσιασμένος από την υπηρεσία του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα σήμερα; Από τις τηλεπικοινωνίες; Από τις τράπεζες; Από τις κατασκευές; Ή μήπως από τους επαγγελματίες;

Η προσωπική μου εμπειρία, τόσο ως ιδιώτης-καταναλωτής όσο και ως επαγγελματίας, είναι ότι οι τηλεπικοινωνίες βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς επίπεδο παροχής υπηρεσίας με το ελληνικό Δημόσιο. Ενδεικτικά, και για να μην πάω μακριά, βασικός τηλεπικοινωνιακός πάροχος έχει απανωτά ακυρώσει τουλάχιστον τέσσερις φορές ραντεβού μας για αναβάθμιση αυτόν τον μήνα. Και να σκεφτεί κανείς ότι το μόνο που ζήτησα είναι αναβάθμιση, σύμφωνα με διαφήμισή του που παίζει κάθε μισή ώρα στην τηλεόραση.

Από κοντά κι οι τράπεζες. Δεν είναι τόσο ότι στην ουσία έχουν απλά γίνει τα λογιστήρια των ΔΟΥ, αυτό το καταλαβαίνω σε περιόδους κρίσης, όμως είναι και η λειτουργική εικόνα ελλείψεων που σου δίνουν: Για παράδειγμα, πριν ένα-δύο χρόνια όταν τόλμησα να κάνω συναλλαγή εκτός του καταστήματός μου απαιτήθηκε “δείγμα υπογραφής”, το οποίο δεν υπήρχε σκαναρισμένο στην καρτέλα μου αλλά έπρεπε να περιμένουμε να έρθει με φαξ από το κατάστημά μου … Δηλαδή, όλο το αρχείο τους το είχαν σε χαρτί. Έχει αλλάξει άραγε αυτό από τότε; Ποιος ξέρει …

Η εικόνα φυσικά δεν αλλάζει στις κατασκευές – στους ίδιους δρόμους οδηγούμε όλοι. Όσο για τους επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόροι, λογιστές και λοιποί), φαντάζομαι καθένας μας έχει από μια ιστορία επαγγελματικής ανεπάρκειας να μας πει. Τέλος, αν τυχόν κανείς θελήσει να μερεμετίσει ή να ανακαινίσει στο σπίτι του, θα πρέπει να είναι έτοιμος ν’ ανέβει τον προσωπικό του Γολγοθά.

Με όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν μας φταίει μόνο το Δημόσιο για το χάλι της χώρας. Ούτε ο ιδιωτικός τομέας παρέχει. Μπορεί να διαθέτει καλύτερη οργάνωση ή καλύτερο επίπεδο επικοινωνίας, όμως στο τέλος της ημέρας η υπηρεσία του είναι ελάχιστα καλύτερη από εκείνη του Δημοσίου. Σε τι ακριβώς διαφέρει η διοίκηση του ΕΦΚΑ, που δεν φρόντισε για την μετάβαση στο νέο σύστημα και η καρτέλα μου με εμφάνιζε ανασφάλιστο ενώ είμαι ταμειακά τακτοποιημένος κάτι που για να επιλυθεί απαιτήθηκαν δυο – τρεις επιτόπιες ψυχοφθόρες επισκέψεις, από τη διοίκηση του τηλεπικοινωνιακού μου παρόχου, που πληρώνει τηλεοπτική διαφήμιση χωρίς να έχει φροντίσει προηγουμένως να διαθέτει τεχνικούς και routers για να ικανοποιήσει το αίτημά μου για αναβάθμιση; Στα μάτια μου  και οι δύο το ίδιο κακοί επαγγελματίες είναι.

Δεν είναι δηλαδή ότι η χώρα είναι χωρισμένη στα δύο, με υπανάπτυκτο Δημόσιο που την βαραίνει και ανθηρό ιδιωτικό τομέα που την απογειώνει. Αυτή είναι μια ψευδής εικόνα. Μπορεί να βολεύει και τους δυο (το Δημόσιο στο πλαίσιο του ωχαδερφισμού, και τον ιδιωτικό τομέα στο πλαίσιο της θυματοποίησης), όμως δεν δικαιολογείται από την εμπειρία καθενός που ζει σε αυτήν τη χώρα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι γενικά δεν παρέχουμε καλή υπηρεσία, κανένας από εμάς. Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να υπερτερεί, αλλά μόνο με μικρή διαφορά. Και η συνειδητοποίηση είναι το πρώτο βήμα για τη λύση – καθένας μας οφείλει να βελτιωθεί στον τομέα του, να προσπαθήσει να παρέχει καλύτερη υπηρεσία ό,τι και αν κάνει, αντί ν’ αναλωνόμαστε σε ανώφελες συζητήσεις όπου ο ένας κουνάει το δάχτυλό του στον άλλον και ο άλλος σηκώνει αδιάφορα τους ώμους του.

 

Tagged with:
Top