Benchmarking Greece

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 22.09.2009

Benchmarking Greece

Ο Σεπτέμβριος του 2009 είναι ομολογουμένως ιδιαίτερα δύσκολος για την Ελλάδα. Εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ενώ έχουν ήδη προκηρυχθεί εθνικές εκλογές, δημοσιεύθηκαν και τ’ αποτελέσματα των διεθνών δεικτών της χώρας για το έτος 2009. Σ’ ένα μπαράζ αρνητικών αποτελεσμάτων η χώρα κατέβηκε εννέα θέσεις στην Έκθεση Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, τέσσερις θέσεις στην Ετήσια έκθεση του World Economic Forum, ενώ βρέθηκε και στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ στην «εξαργύρωση» του πτυχίου στην αγορά εργασίας. Τα πράγματα δύσκολα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα.

Παρόμοιες εκθέσεις δημοσιεύονται δεκάδες κατ’ έτος, από διάφορους διεθνείς οργανισμούς. Μετρούν τα πάντα, από δείκτες της οικονομίας μέχρι την ψηφιακή διείσδυση και από την ηλεκτρονική διακυβέρνηση μέχρι τη διαφθορά της κοινωνίας. Προέρχονται από αξιόπιστους ή λιγότερο αξιόπιστους συντάκτες. Στην Ελλάδα βρίσκουν προβολή στα ΜΜΕ αφού συχνά με τα αποτελέσματά τους εξασφαλίζουν ενδιαφέρουσες ιστορίες για δημοσίευση.

Περισσότερο από προσωπική διαστροφή, αφού βομβαρδίστηκα μια ολόκληρη Κυριακή από απαισιόδοξα μηνύματα και αφού μετά από το στάδιο της κατάθλιψης έφτασα στο στάδιο της άρνησης, είπα να το ψάξω λίγο περισσότερο, έστω δειγματοληπτικά. Αφετηρία ήταν ένας πίνακας που δημοσιεύτηκε στην Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας Doing Business, σύμφωνα με τον οποίο για την έναρξη επιχείρησης (ΕΠΕ, 5 εταίρων, δέκα υπαλλήλων) απαιτούνται συνολικά 19 ημέρες. Γνωρίζοντας από προσωπική εμπειρία ότι αυτό δεν είναι αλήθεια (αν τα πράγματα είναι απλά, οποιοσδήποτε ικανός δικηγόρος και λογιστής στήνουν νέα εταιρεία σε διάστημα 2-5 εργάσιμων ημερών), είπα να το ψάξω λίγο περισσότερο.

Επισκέφτηκα το site της Παγκόσμιας Τράπεζας για την αντίστοιχη έκθεση (Doing Business), μπήκα στην ιστοσελίδα του με τη γαλανόλευκη (http://www.doingbusiness.org/ExploreEconomies/?economyid=77), είδα τους δείκτες και κατέβασα και την Έκθεση (http://www.doingbusiness.org/Documents/CountryProfiles/GRC.pdf).  Παρατήρηση πρώτη: Η Έκθεση μιλά για case studies, δηλαδή για παραδείγματα, και όχι για πραγματικά γεγονότα. Η Τράπεζα εκπόνησε καμιά δεκαριά θεωρητικά ερωτήματα (πχ. σύσταση ΕΠΕ 5 ημεδαπών εταίρων, 10 υπαλλήλων) και συγκέντρωσε τις απαντήσεις σχετικά από 183 κράτη. Με άλλα λόγια, το κατά τη γνώμη μου «δραματοποιημένο» άρθρο της Καθημερινής (13.09.2009) που αρχικά με στεναχώρησε και στη συνέχεια με υποκίνησε να το ψάξω λίγο περισσότερο («Τον Ιανουάριο του 2009 μια ελληνική επιχείρηση ξεκίνησε τη διαδικασία κατασκευής ενός αποθηκευτικού χώρου. Το γραφειοκρατικό κόστος ξεπέρασε τα 10.600 ευρώ, ενώ η συνολική διαδικασία πήρε περίπου 11 μήνες ή 211 εργάσιμες ημέρες!» κοκ.) δεν είναι ακριβές, κατά το ότι δεν διευκρινίζεται ότι πρόκειται για θεωρητικό κατασκεύασμα της Παγκόσμιας Τράπεζας και όχι για πραγματικό περιστατικό. Τέλοσπάντων λεπτομέρειες, θα πει κανείς.

Για τη συνέχεια, αν το καλοσκεφτεί κανείς παρατηρεί και άλλα ενδιαφέροντα για την Ελλάδα στην εν λόγω Έκθεση. Για παράδειγμα, φαίνεται ότι στην Ελλάδα οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι επιχειρηματίες και οι βοηθοί τους (δικηγόροι, λογιστές) κάνουν μια δουλειά την ημέρα: κάπως έτσι βγαίνει το άθροισμα των 19 ημερών για το στήσιμο ΕΠΕ. Την πρώτη μέρα παίρνουν έγκριση από το Επιμελητήριο, τη δεύτερη κάνουν την επόμενη ενέργεια, την τρίτη μέρα πηγαίνουν στον συμβολαιογράφο κοκ. Αθροίζονται επομένως οι ενέργειες, όπου μαθηματικά κάθε μια ισούται με μια τουλάχιστον ημέρα, και όχι ο χρόνος που πραγματικά απαιτείται για να εκτελεσθούν. Αυτή η παραδοχή, πάντα κατά τη γνώμη μου, είναι θεμελιωδώς λάθος (και άδικη για κράτη που μπορεί να έχουν περισσότερες αλλά «μηχανικές» διαδικασίες, σε σχέση με άλλα που μπορεί να έχουν μια ή δύο αλλά «ουσίας»).

Στην ίδια Έκθεση για την Ελλάδα ως μόνη μεταρρύθμιση αναφέρεται η βελτίωση των αρχείων του Τειρεσία(!) – ελπίζεται, δεν έχω χρόνο να το ελέγξω, ότι η μείωση του απαιτούμενου εταιρικού κεφαλαίου τουλάχιστον για τις ΕΠΕ αναφέρθηκε πέρυσι (ίσως τελικά και να αξιολογήθηκε θετικά πέρυσι και έτσι να φτάσαμε πλασματικά εννιά θέσεις πάνω και φέτος να επανήλθαμε στην πραγματική μας θέση…).

Πέρα από το όποιο αστείο της υπόθεσης, το θέμα έχει γενική εφαρμογή και είναι σοβαρό. Όλες αυτές οι εκθέσεις (και ο εκάστοτε «δημιουργικός» δημοσιογραφικός χειρισμός τους) δημιουργούν κλίμα, μέσα και έξω από τη χώρα. Το κλίμα αυτό, εφόσον είναι διαρκώς αρνητικό και εσωστρέφειας, δεν βοηθά κανέναν. Πολύ χειρότερα μάλιστα είναι τα πράγματα όταν οι ισχυρισμοί στις εκθέσεις αυτές δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα.

Υπάρχει επομένως θέμα μεθοδολογίας. Έστω ότι οι εκάστοτε δείκτες είναι σωστοί. (Αν και, και γι αυτούς θα μπορούσε να γίνει εθνική προετοιμασία.) Ποιος είναι υπεύθυνος στην Ελλάδα να μετρά; Ποιος κάνει το εθνικό μας benchmarking;

Στην ίδια Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας στην ιστοσελίδα της μεθοδολογίας για την Ελλάδα (http://www.doingbusiness.org/MethodologySurveys/StartingBusiness.aspx) ενημερωνόμαστε ότι η ίδια η Τράπεζα εκπονεί το μοντέλο (πχ. Ίδρυση ΕΠΕ με 10 υπαλλήλους / απόκτηση άδειας πολεοδομίας για αποθήκη, κοκ.), βρίσκει από μόνη της(!) τις διαδικασίες από καταλόγους, καταγράφει και μετρά ημέρες και, τελικά, επιβεβαιώνει με ντόπιους δικηγόρους και δημόσιους υπάλληλους (local incorporation lawyers and government officials complete and verify the data.) Ποιοι και τι ακριβώς γνώση έχουν αυτοί οι τελευταίοι κανείς δεν γνωρίζει.

Από την άλλη μεριά, όσες φορές γνωρίζουμε όσους μετρούν, ενδέχεται να διαφωνούμε με τα ευρήματά τους. Κάπως έτσι συνέβη φέτος (βλ. δημοσίευμα στο Πρώτο Θέμα της 20.09.2009) αλλά και το 2008, όταν ξέσπασε διαφωνία μεταξύ ΣΕΒ(!) και Υπουργείου Οικονομίας για τη λίστα του World Economic Forum «The Global Information Report 2007-2008».

Η μέτρηση δεικτών όμως στην Ελλάδα, το εθνικό μας benchmarking, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να συμβαίνει ανεπίσημα και εν αγνοία μας. Δημιουργεί κλίμα, βοηθά ή αποθαρρύνει τις επενδύσεις, βοηθά ή αποθαρρύνει το εσωτερικό της χώρας. Πρέπει επιτέλους η διαδικασία να συγκεντρωθεί και οργανωθεί. Ομολογουμένως, οποιοσδήποτε διεθνής οργανισμός θελήσει να συγκεντρώσει στοιχεία για την χώρα, βρισκόμενος σε άγνοια που να ξεκινήσει την έρευνά του, αναπόφευκτα αναζητά κυρίως προσωπικές γνωριμίες και ανεπίσημους διαύλους. Όμως αυτή η ερασιτεχνική αντιμετώπιση του πράγματος πρέπει να σταματήσει. Το εθνικό μας benchmarking πρέπει να γίνεται από συγκεκριμένους οργανισμούς (ή, ακόμα καλύτερα, οργανισμό), οι οποίοι θα ελέγχουν και θα ελέγχονται. Όσο τα στοιχεία βγαίνουν από τη χώρα με ανεπίσημες οδούς, και παρουσιάζονται στις εφημερίδες και στα δελτία ειδήσεων κατά το δοκούν, οποιοδήποτε καλό, ή ακόμα και η πραγματική εικόνα των πραγμάτων, θ’ απουσιάζει.

 

Tagged with: ,