Death, taxes, and now the GDPR

Article 3 of the GDPR sets its geographical scope. The general rule is that it applies whenever a controller or a processor is established in the EU regardless where the processing takes place. That is something expected. However, the GDPR also applies to people who are in the EU whenever they surf the web (“offered goods and services irrespective of payment” or “have their behaviour monitored”).

This unexpected addition is usually referred to as “the extraterritoriality effect of the GDPR”. It has, deservedly, attracted much attention in politics, practice and academia. By some it has been hailed as a worthy example of regulating the web in a meaningful way. By others it has been criticized as a blunt attempt by the EU to regulate the planet. How could the EU possibly force organisations that reside in the USA, in China, or in India to apply the GDPR in their processing?

Nevertheless, much less attention has been given to the point of view of the people actually concerned. As said, the GDPR applies to someone residing anywhere in the EU no matter what. Any European can feel confident that the GDPR protects his or her personal data at all times.

What happens, however, if that same individual does not want it to be so? How can one get out of the scope of the GDPR for whatever reason?

In the past people could get out of laws of the country they resided in by flying, driving or sailing away from it. The internet appeared at first to be adding a new option to the list. I may be living in one country, but through the internet I can surf to whatever other jurisdiction I wish without ever leaving my living room. It is not the same as travelling, but it is something.

I guess that this is ultimately connected with what surfing the web actually means for us. During its first, heroic, period the internet was dominated by sentimentalists: “Governments of the Industrial World, you weary giants of flesh and steel, I come from Cyberspace, the new home of Mind”. Now, apparently the realists took their revenge, considering it a mere tool for someone to pay the bills or equip an apartment without ever leaving it. I do not think that either is entirely correct: The same person can pay the bills online and surf the web in order to get a, rare, sense of freedom.

So, how can one voluntarily get out of the GDPR’s scope? If it weren’t for its extraterritoriality effect, I could visit a website in the USA and USA rules would apply to me. Although perhaps inconceivable to the GDPR’s drafters, I may be in my sound mind and still want to do this. People are unpredictable and usually wish to keep their options open.

I think that the GDPR applies an implicit paternalistic approach. It assures Europeans that it knows what is best for them, and that it will always be there. This is perhaps normal for a fundamental human right (as is personal data protection in Europe) however the GDPR is no 3-lines declaration in the constitution. It is a technical legal text of some 100 detailed articles, without an “off” switch.

The way the GDPR is drafted Europeans cannot get out of its scope when online even if they wanted to. There is no space for a “no-GDPR browsing”, similar to “incognito browsing”. In this way however the GDPR fails to understand what the internet really means to a lot of people. This is why I believe that the traditional list of the only things that are certain in life (death and taxes), needs to be updated, at least for Europeans, with the addition of the GDPR.



Tagged with: ,

Τι μας μαθαίνει το SingularityU για τον ρόλο της Ελλάδας στο παγκόσμιο ταμπλό

Δημοσιεύθηκε στο dEasy, 26.11.2018

Τι μας μαθαίνει το SingularityU για τον ρόλο της Ελλάδας στο παγκόσμιο ταμπλό

Την προηγούμενη εβδομάδα διοργανώθηκε στην Αθήνα το, πρώτο, SungularityU Greece Summit. Ομολογουμένως δεν πήγα, αλλά την συζήτηση περί singularitarianism την παρακολουθώ και λόγω επαγγέλματος αλλά και από προσωπικό ενδιαφέρον. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τη σχέση του συνεδρίου με το «κίνημα» ή όπως αλλιώς θέλει να το αποκαλέσει κανείς, αλλά σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι και οι ιδέες του δεν μπορεί ν’ αγνοηθούν.

Επομένως, με ενδιαφέρον διάβασα το άρθρο του Κώστα Γιαννακίδη στο Protagon για ό,τι συζητήθηκε στην Αθήνα. Οι ιδέες είναι εκείνες περίπου που περίμενα να παρουσιαστούν – σε όσους ενδιαφέρονται θα πρότεινα και το Homo Deus του Harari, που έτσι ή αλλιώς αυτή την περίοδο συζητιέται πολύ.

Η τελευταία σκέψη όμως στο παραπάνω κείμενο μου δίνει ευκαιρία να μιλήσω για το ρόλο των κρατών στην σημερινή, παγκοσμιοποιημένη κατάσταση. Σε αυτό ο συντάκτης παραπονείται ότι «εδώ συνήθως μπαίνει με μελαγχολικό, σχεδόν θεατρικό, τρόπο το ερώτημα: και η Ελλάδα; Ελάτε τώρα! Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα τα παρακολουθεί όλα αυτά από απόσταση -και άλλες χώρες τα βλέπουν από μακριά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τα συζητά καν, δεν υπάρχουν με κάποιον τρόπο στην κοινή ατζέντα».

Αυτό είναι βέβαια αλήθεια. Κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν συζητά εδώ αυτά τα θέματα. Όμως, κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Κανείς σε μικρά κράτη όπως η Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να συντηρήσει μια τέτοια συζήτηση. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται πολλά χρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα προέλθουν από το ενδιαφέρον είτε της επιστημονικής είτε της επιχειρηματικής κοινότητας (μακριά από εμάς η κρατική «στήριξη» με ό,τι αυτό συνεπάγεται…). Όμως η ελληνική επιστημονική ή ακαδημαϊκή κοινότητα θα ασχοληθεί με θέματα που αφορούν την Ελλάδα. Φαύλος κύκλος, θα έλεγε κανείς, η σκληρή πραγματικότητα, θα απαντούσα εγώ. Κατά τη γνώμη μου, στην Ελλάδα αντί να συζητάμε για αλγόριθμους, καλύτερα να συζητάμε τι γίνεται στη γειτονιά μας και πως καλύτερα μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτό. Οι αλγόριθμοι παράγονται αλλού, εμείς απλοί αποδέκτες είμαστε, η χώρα (εκτός ατομικών εξαιρέσεων) δεν έχει κάτι να προσφέρει στη σχετική κουβέντα ή διαδικασία.

Και εδώ έρχεται ο ρόλος του υπερτοπικού οργανισμού, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα θέματα του συνεδρίου δεν απασχολούν, επειδή τελικά δεν αφορούν άμεσα, την Ελλάδα, όμως απασχολούν και με το παραπάνω την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει μάλιστα την καλύτερη απάντηση παγκοσμίως στα περισσότερα από αυτά: Τον Γενικό Κανονισμό για τα προσωπικά δεδομένα, ή τον GDPR στη γλώσσα μας. Εκεί όλοι αυτοί οι, Αμερικανοί κυρίως, οραματιστές θα βρουν τις περισσότερες, και καλύτερες, απαντήσεις, που διαθέτει η ανθρωπότητα σήμερα για τα θέματα που τους απασχολούν.

Αυτός τελικά είναι, κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος των κρατών στο μέλλον. Κράτη όπως η Ελλάδα, το Βέλγιο ή η Δανία, αλλά ακόμα και μεγαλύτερα όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, δεν μπορούν να «παίξουν» στη διεθνή αρένα, όπου κινούνται τα μεγαθήρια ΗΠΑ και Κίνα. Η μόνη λύση είναι η εκπροσώπηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας, κάτι που κάνει ήδη και μάλιστα καλά. Αυτή θα πει στις ΗΠΑ και στην Κίνα τι κανόνες θα χρειαστεί η ανθρωπότητα για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τους αλγόριθμους ή τα κρυπτονομίσματα – και οι ΗΠΑ και η Κίνα θα ακούσουν με προσοχή τη γνώμη της. Τα τοπικά προβλήματα προφανώς θα παραμείνουν τοπικά, θα λυθούν από τις τοπικές κοινωνίες. Για τα υπερτοπικά όμως, ας σταματήσουμε να αναζητάμε τη θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και ας αρχίσουμε να νιώθουμε περισσότερο Ευρωπαίοι.

Tagged with:

Τα startups χρειάζονται ιδανικούς καταναλωτές και η κοινωνία μας ιδανικούς πολίτες

Δημοσιεύθηκε στο, 19.11.2018

Είμαι από τους τυχερούς που εξ επαγγέλματος έρχομαι συνεχώς σε επαφή με startuppers και τη νέα γενιά επιχειρηματιών. Η επαφή αυτή με αναζωογονεί και μου δίνει ελπίδα για το μέλλον, καθώς διαπιστώνω ότι άνθρωποι που συχνά έχουν τα μισά μου χρόνια τολμούν να ονειρευτούν ότι ξεκινώντας από την Ελλάδα της κρίσης θα κατακτήσουν τον κόσμο. Όχι μόνο αυτό, αλλά διαθέτουν και την τεχνική γνώση και ικανότητα να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Όλα αυτά βοηθούν και μένα να νιώσω λίγο καλύτερα στη ζοφερή πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί γύρω μας. Την ίδια στιγμή όμως αναρωτιέμαι με ανησυχία, σε ποιους καταναλωτές απευθύνονται όλες αυτές οι καταπληκτικές νέες ιδέες;


Το πρόβλημα το γνωρίζουν πολύ καλύτερα οι καλλιτέχνες, ιδίως οι συγγραφείς. Η έννοια του ιδανικού αναγνώστη, εκείνου που θα διαβάσει και θα καταλάβει αυτό που θέλουν να του πουν, στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Γι αυτό έχουν πει ότι ποτέ δύο ίδιοι άνθρωποι δεν διαβάζουν το ίδιο βιβλίο. Καθένας μπαίνει στην ανάγνωση κουβαλώντας τις δικές του γνώσεις και παραστάσεις, αλλά και διάθεση της ημέρας. Παρόλα αυτά, όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί δημοσίως, κάθε συγγραφέας έχει έναν ιδανικό αναγνώστη στο μυαλό του, ένα προφίλ ανθρώπου στον οποίο απευθύνεται. Κάτι τέτοιο είναι άλλωστε απαραίτητο για την επιτυχία του βιβλίου του: Αν η κοινωνία κρίνει ότι δεν αφορά κανέναν τότε θα ξεχαστεί, τουλάχιστον προσωρινά.


Κάπως έτσι ισχύει και στα startups (άλλωστε πιστεύω ότι οι startuppers είναι, στην ουσία, καλλιτέχνες). Καθώς οι επιχειρηματικές ιδέες τους είναι καινοτόμες και συχνά αντισυμβατικές απαιτείται, έμμεσα, ένα συγκεκριμένο προφίλ πελατών-χρηστών που θα μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει και στους οποίους απευθύνονται.


Ποιοι είναι αυτοί; Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ανησυχία μου. Καινοτόμες ιδέες που αλλάζουν νοοτροπίες ετών με τη βοήθεια της τεχνολογίας μπορούν να χρησιμοποιήσουν μόνο άνθρωποι μορφωμένοι και εκπαιδευμένοι στις νέες τεχνολογίες, με όρεξη να μάθουν νέα πράγματα, να πειραματιστούν, να αλλάξουν οι ίδιοι τις συνήθειές τους και μαζί τον κόσμο γύρω τους. Σε αυτούς, τελικά, απευθύνεται η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρηματικών ιδεών των startuppers, αυτοί είναι οι ιδανικοί πελάτες τους.


Ταυτόχρονα αυτοί είναι οι ιδανικοί πολίτες μιας σύγχρονης κοινωνίας. Όλα τα παραπάνω εκτός από πελάτες-χρήστες των startups χαρακτηρίζουν ταυτόχρονα υπεύθυνους πολίτες που αντιλαμβάνονται τα προβλήματα γύρω τους και αναζητούν τις καλύτερες λύσεις από την αγορά και τις δικές τους δυνάμεις, όχι από το «κράτος» ή τις «ξένες δυνάμεις» που θα τα λύσουν όλα με έναν τρόπο μαγικό.


Επομένως, εκτός από startuppers χρειαζόμαστε και ιδανικούς πελάτες τους/χρήστες των λύσεων που προτείνουν. Πως επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Μόνο με την εκπαίδευση. Εκπαίδευση πολιτών που σκέφτονται ορθολογικά, κριτικά και ισορροπημένα. Που μαθαίνουν τους κοινωνικούς και τεχνολογικούς κανόνες και τους εφαρμόζουν προς όφελος των ιδίων και της κοινωνίας τους.


Αν δεχτεί κανείς τα παραπάνω, τότε βγαίνουν ένα-δύο πρακτικά συμπεράσματα: Πρώτο, ότι η σύνδεση εκπαίδευσης-αγοράς είναι λάθος. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν οφείλει να φτιάχνει στελέχη επιχειρήσεων αλλά ικανούς πολίτες, οι οποίοι μπορεί να λειτουργήσουν και ως στελέχη επιχειρήσεων – αλλά ταυτόχρονα και με πολλούς άλλους τρόπους: ως υπεύθυνοι ψηφοφόροι, ως ώριμοι καταναλωτές, ως power users τεχνολογιών, ως πολίτες σε εγρήγορση κα.


Δεύτερο, ότι όσο σημαντική είναι η οικονομική ενίσχυση των startuppers άλλο τόσο σημαντική είναι η ενίσχυση της παιδείας. Ακόμα και χρηστικά-νεοφιλελεύθερα να το δει κανείς, οι καλύτερες υπολογιστικές εφαρμογές του κόσμου δεν θα είχαν καμία τύχη σε καταναλωτές που δεν γνωρίζουν να ανοίγουν υπολογιστή. Επομένως, η παιδεία είναι σημαντική. Όσα χρήματα και να ξοδέψει κανείς εκεί και πάλι δεν θα είναι αρκετά. Δεν είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο, είναι η μόνη μας ελπίδα για επιβίωση.



Tagged with: ,

Athens Marathon. The Authentic – 11 November 2018






Tagged with:

Η καταδίωξη της αριστείας, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης και οι ανατροπές(;) της ζωής

Δημοσιεύθηκε στο, 30.10.2018

Image result for ctrl alt del


Μερικές φορές η ζωή φέρνει ανατροπές σε ό,τι θεωρούσες βέβαιο. Αυτό σκεφτόμουν καθώς έβλεπα αυτό το video του World Economic Forum (αν δεν παίζει το video, ορίστε και το σχετικό κείμενο).


Όχι βαθμοί, επομένως. Όχι διαγωνίσματα. Όχι ανταγωνισμοί στις σχολικές αίθουσες. Όχι πίεση, παρά μόνο ενθάρρυνση για συμμετοχή, για διαρκή προσπάθεια και αυτοβελτίωση. Πάνω δηλαδή που νόμιζα ότι οι υπουργοί παιδείας της κυβέρνησης, με την ανελέητη καταδίωξη της αριστείας, ήταν από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελλάδας σήμερα, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης με αναγκάζει να το ξανασκεφτώ. Μήπως τελικά, εγώ είχα λάθος και εκείνοι δίκιο;


Αν κανείς (καταφέρει να) ξεπεράσει ατυχείς δηλώσεις τύπου «η ρετσινιά της αριστείας», θα φτάσει (ίσως) στην ουσία των κυβερνητικών θέσεων: Οι κληρώσεις για σημαιοφόρο, η μείωση ή και εξάλειψη των εξετάσεων, η αναβίωση των αιωνίων φοιτητών, όλα καταδεικνύουν μια πολιτική δημιουργίας ενός μη ανταγωνιστικού περιβάλλοντος στην εκπαίδευση στην Ελλάδα σήμερα. Η, αριστερή, αρχή της ήσσονος προσπάθειας, θα έλεγαν πολλοί. Όμως, το παράδειγμα της Σιγκαπούρης όπως προβάλλεται από το (μάλλον ελάχιστα αριστερό) World Economic Forum μας αναγκάζει να το ξανασκεφτούμε. Ίσως τελικά τα παιδιά μαθαίνουν καλυτέρα σε συνθήκες συνεργασίας και ήπιου ανταγωνισμού. Έτσι ίσως κατανοήσουν ότι η προσπάθεια πρέπει να είναι διαρκής, και ότι τα αποτελέσματα στις Πανελλαδικές δεν είναι αυτοσκοπός.


Έχοντας πει τα παραπάνω, υπάρχει μια λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των υπουργείων παιδείας Ελλάδας και Σιγκαπούρης: Η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης έφτασε στο μη ανταγωνιστικό/συνεργατικό εκπαιδευτικό μοντέλο έχοντας εξαντλήσει, έχοντας «τερματίσει» το ανταγωνιστικό. Είδε τα αδιέξοδα και τους περιορισμούς και κοιτάει πως να τα αντιμετωπίσει καλύτερα. Η δική μας κυβέρνηση το υποστηρίζει από την αρχή, ιδεολογικά και όχι επειδή έχει δοκιμάσει τις εναλλακτικές.


Η διαδρομή καθενός έχει μεγαλύτερη σημασία από τον τελικό σταθμό. Κάνει μεγάλη διαφορά αν την Ιθάκη την θεωρήσει το καλύτερο μέρος του κόσμου ο Οδυσσέας ή κάποιος που ποτέ δεν έφυγε από αυτήν. Με άλλα λόγια, αν κάποιος φτάσει σε ένα συμπέρασμα ή υιοθετήσει μια συμπεριφορά επειδή εξάντλησε τις εναλλακτικές και τις έχει αφομοιώσει, η εφαρμογή του θα διαφέρει εντελώς από κάποιον άλλον που ευθύς εξαρχής βρισκόταν εκεί, που ποτέ δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει, να βελτιωθεί, να αλλάξει. Ακόμα πιο απλά, αλλιώς «δεν φοράει γραβάτα» τώρα που δεν απαιτούνται τόσο όποιος για δεκαετίες την θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του, και αλλιώς «δεν φοράει γραβάτα» όποιος έτσι ή αλλιώς είχε στην ντουλάπα του μια μόνο γραβάτα για γάμους και κηδείες.


Κάπως έτσι και με το εκπαιδευτικό παράδειγμα της Σιγκαπούρης. Αν με ρωτούσε κανείς, χωρίς να είμαι ειδικός θα έλεγα ότι καλύτερα είναι το περιβάλλον της τάξης να μην είναι ανταγωνιστικό, όπως για παράδειγμα σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Τα παιδιά έχουν χρόνο, η ζωή θα τα αναγκάσει να προσαρμοστούν. Η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει σε κάθε ταλέντο να ανθίσει, και αξίζει τον κόπο κάθε παιδί να πάρει όσο χρόνο χρειάζεται για να ανακαλύψει το δικό του. Και, ναι, τελικά μου αρέσει η ιδέα της κλήρωσης για τη σημαία. Από κει και πέρα όμως, αυτή η χαλαρότητα δεν μπορεί παρά να είναι χτισμένη πάνω σε ένα σύστημα με κανόνες και στόχους για την Ελλάδα που θέλουμε. Αυτή νομίζω άλλωστε είναι η ουσία της εκπαίδευσης: Να καταλάβουν τα παιδιά ότι οι κοινωνίες έχουν κανόνες, κι αφού τους καταλάβουν ν’ αρχίσουν να τους σέβονται.

Tagged with: